Πέμπτη, 29 Μαΐου 2014

ΠΑΙΔΙΚΕΣ ΑΝΑΜΝΗΣΕΙΣ




ΕΥΑΓΓΕΛΟΣ ΠΑΤΣΗΣ...Κύριε Γιώργο, έχετε καμιά παλιά φωτογραφία απ την θρυλική Μπούχαλη;

Τη βρύση στην Μπούχαλη, την έχετε φωτογραφίσει;
Κάτι απ τα παλιά, όταν οι δρόμοι της Βόνιτσας ήταν με χώμα...
Το καφενείο της κυρά Γιώργαινας του Μπότση, στις Τζιτζιφιές, εκεί που κάθε απόγευμα, έπιναν το καφεδάκι τους, οι παλιακοi...
Με λίγα λόγια, φωτογραφίες απ τη Λαϊκή Κίνα, έχετε;

Το κάρο του μπάρμπα Τάκη του Καούρα με το άλογο, που τρέχαμε πίσω του όταν είμαστε μικροί, να ανέβουμε για μια μικρή βόλτα, των εκατό μέτρων....








Γ Μπελεσιώτης.
Ξέχασες το κάρο του Ντόβα.. Ήταν και το κάρο τoυ Μάκια του Λιόντου.. και του Φίλια του Καλίβα…
Η βρύση στους Αι-Αποστόλους, ήταν 25 μέτρα απ το ιερό και δίπλα της, ήταν μια τεράστια καρυδιά. Πέντε άντρες για να την αγκαλιάσουν.
Την κόψανε οι Ιταλοί, για να φτιάξουνε καταφύγια και τη βρύση, τη πήγαν εκεί που είναι σήμερα το καφενείο του Κούτσικου, γιατί την πάτησε ένα άρμα μάχης.
Πολύ αργότερα, τη βάλανε στη θέση που είναι σήμερα. Νομίζω, όταν χτίστηκε το νοσοκομείο.

Καταμεσήμερο μας έστειλε εκείνη τη μέρα με το μπότι, η μάνα του Αλέξη του Μάρη, να της πάρουμε κρύο νεράκι να δροσιστεί, όταν ακούστηκε από μακρυά, ο βόμβος ενός Εγγλέζικου αεροπλάνου και το κροτάλισμα των πολυβόλων του.


Πέρασε χαμηλά πάνω απ' τα κλωνάρια της καρυδιάς κι έφυγε προς την Πάλαιρο, όπου και έπεσε, χτυπημένο απ τα αντιεροπορικά της Πρέβεζας.
Το μπότι, γύρισε στην κυρά του μισογεμάτο, απ την τρομάρα που πήραμε.
Δίπλα στο σπίτι του Αλέξη, ήταν και το χαμόσπιτο του μπάρμπα - Γιώργου του Καραμπίνη, αποτελούμενο όπως και όλα τα άλλα, από ένα και μόνο δωμάτιο...
Εκεί μπήκαμε...

Έστρωσε η κυρά Γιαννούλα το στρωσίδι καταής, έβαλε και την καρδάρα με το ξινόγαλο, -που έφερε ο Πάνος απ τα γελάδια που φύλαγε στις Μαγούλες στη μέση, -με μπόλικη μπομπότα- και όλοι μαζί καθισμένοι ολόγυρα σταυροπόδι, προσπαθούσαμε να μπαλώσουμε την πείνα μας, με ένα ξύλινο κουτάλι, που έφερνε βόλτα, από στόμα σε στόμα.
Το κουτάλι όμως, ήταν πολύ μεγάλο για μας τα μικρά,,, και πιο πολύ τρώγαμε και τσιτώναμε με τον αέρα, παρά με το ξινόγαλο.

Βρύσες στη Βόνιτσα, που τρέχαν τα νερά τους μέρα και νύχτα, ήταν πολλές...
Στου Χελά ήταν μια, κάτω από μια πελώρια λεύκα...
Εκεί μας μάζευε η γιαγιά του Γιάννη του Χελά, η γιαγιά Σταμούλα και μας μάθαινε τα πρώτα προσχολικά τραγουδάκια.
-Ελάτε παιδάκια, όλα μαζί.... και μεις καμιά δεκαριά μικρά ολόγυρά της, τραγουδούσαμε με όλη η δύναμή μας.
Μία παπαδιά κοσκίναγε, πλάτσα - πλούτσα ο κώλος της,
ζητά να βρει το ταίρι της,,, και άλλα, που δε λέγονται..
Ανώτερη μόρφωση σας λέω, πριν καλά καλά, πάμε στο σχολείο.

Στην παραλία, ήταν άλλη μια βρύση εκεί στο φανάρι, που πλενόταν κάθε πρωί η κυρά Βούλα η Κουκούλενα.
Άλλη μεγάλη ιστορία κ' αυτή....
Άλλη πάλι βρύση, ήταν στη γωνία έξω απ το σπίτι του Μπαρμπάτση.













Στην πλατεία, ήταν διπλή, με δύο μαρμάρινες γούρνες καταής...
Στον Αι-Νικόλα, ήταν μια κολλητά στη πέτρινη μάντρα του καμπαναριού του.

Ήταν και άλλες πολλές,,, που κάποτε θα σας τις ιστορήσω, μιά-μιά ξεχωριστά,,, μιας και ολόγυρά τους, κυλούσαν τα παιδικά μας χρόνια και σβήνανε την άψα του παιχνιδιού, με τα κρυστταλένια νερά της Κορπής...

Μια ωραία χτιστή βρύση, ήταν εκεί που είναι σήμερα το Δημαρχείο. Μπροσώρα τη λέγανε και είχε και αρχαία σκαλιστή γούρνα καταής, για να πίνουνε νερό και τ άλογα...

Σ αυτή ξημεροβράδιαζα, να σβήσω τον ερωτά μου, για τη γυναίκα μου την Κλειώ...
Μπακάνιασα να πίνω νερό,,, και να κοιτάω τα παραθύρια της ...
Η μάνα της, με αγριοκοίταζε και με αποκαλούσε σκατόπαιδο, που της ξελόγιασα την κόρη... Ευτυχώς που όλη τη μέρα, ήταν απασχολημένη στην οικογενειακή ποτοποιία που είχε στίσει στο ημιυπόγειο του Παπαγαλάνη. Ξέρετε, εκεί στην πλατεία,,, τη γνωστή σε όλους μας, με την επωνυμία, <Λόμπα>.

Ανακάτευε το νερό σε αναλογία με το οινόπνευμα, έριχνε και μια μικρή ποσότητα ανετόλ, για να μοσκοβολήσει,,, και με τη βοήθεια του κλάμπανου, ετοίμαζε το μυρωδάτο ούζο της, που πίνανε ολημερίς με κατάνυξη, οι ψαράδες της Βόνιτσας.

Εκεί έβρισκες όλη την αφρόκρεμα αυτών, που προτιμούσαν το ούζο της κυρά-Θανασίας...
Εκεί έβρισκες το Μπράη,, το Χασούρια,, τον Τάσσο της Φίλιας,, το μπαρπα-Θεμιστοκλή,,, το Νικολάκη τον χαμάλη,,, τον Κανέλος τον τρατολόγο,,, κι άλλους, που πίνανε και σιγανό-μουρμούριζαν συνωμοτικά τα νέα της Βόνιτσας, σφουγγίζοντας τα μουστάκια τους, για να ν αναπνέψουνε, τη μυρωδιά του ούζου.









Καμιά φορά, ρίχνανε και κάνα χορό, έξω απ τη <Λόμπα>








Τότε οι βρύσες τρέχανε αδιάκοπα μέρα και νύχτα και η κάθε μια της, είχε και το δικό της σκοπό...
Άκουγες μέσα στη σιγαλιά της νύχτα, τις βρύσες να σιγώ-μουρμουρίζουνε,,,, και τα βατραχάκια να κοάζουν από μακριά,,, και απολάμβανες, μια φανταστική συμφωνία.



Ευάγγελος Πάτσης. Τότε, ήταν ωραία τα παιδικά χρόνια… Μπάλα όλη τη μέρα, το βράδυ κρυφτό, μπίκο,,, και νυχτο-επιδρομές, στις κουρουμπλιές..
Thomas Souliotis. Δεν ξεχνιούνται ποτέ, οι επιδρομές στο περιβόλι του Θεοχάρη, με τα σκυλιά, να αλυχτάνε. ολημερίς.
Τότε, το 1940 με 1947, δεν είχαμε μπάλες… Παίζαμε τα λιμπίδια, τον μπίκο, τη γαϊδούρα, τη σκλέτζα, τη γουρούνα με τις τζόρες,,, και άλλα παιχνίδια, ξυπόλητα και νηστικά... Δεν πηγαίναμε σπίτι όταν πεινάγαμε, γιατί ξέραμε πως δεν υπάρχει φαΐ.

Περνούσαμε το περιβόλι του Καλίβα, με τα φανταστικά τα σύκα, -που ήταν καλά φραγμένο-, και στο πρώτο χαντάκι που βρίσκαμε, βγάζαμε να φάμε χοντρά άγριο-σέλινα, αν και στα δέκα μέτρα πιο πάνω απ τα μυρωδάτα μας σέλινα, υπήρχαν ψόφια γαϊδούρια, εν αποσυνθέσει.
Μετά, πηγαίναμε να στήσουμε παγίδες, για πουλιά.
Επισκεπτόμασταν και το περιβόλι του Δημ. Μασούρα, που βρισκόταν στο δρόμο μας και είχε πολλά είδη φρούτων, όλο το χρόνο και μετά,,, διαβαίναμε στις Μαγούλες, γι αγραπίδια...

Τρώγαμε και φραγκόσυκα,,, και στο τέλος, στούμπωνε ο κώλος μας... Στην περίπτωση αυτή, είχαμε βρει τη λύση. Με μια- δυό καταψές θαλασσινό νερό στα Χοντρά-Χαλίκια, λύναμε το πρόβλημα.

Είχαμε και άλλα γιατροσόφια, για κάθε λογής περιστατικά και παθήματα.
Καθώς είμαστε ξυπόλητα και γυρίζαμε όλη μέρα εδώ και κει, όταν πατάγαμε καμιά σταρουχόπροκα ή κάνα γερμανικό καρφί μέσα σε κοπριές, πρήζοταν η φτέρνα μας,,, και γινόταν, σαν δυό γροθιές μαζί.
Βάζαμε τότε ένα κρεμμύδι στη χόβολη για να ψηθεί καλά, το ανοίγαμε στη μέση και ζεματιστό καθώς ήταν, το βάζαμε στη φτέρνα, που απ την ξυπολυσά ήταν σα πέταλο και το δέναμε με ένα κουρέλι, γιατί μαντίλι δεν είχαμε, ούτε για τις μύξες μας.

Έτσι, περνούσαμε πέντε-έξι μέρες κουτσαίνοντας,,, και περπατώντας στα μπροστινά δάχτυλα του πονεμένου ποδιού, συνεχίζαμε τις περιπλανησεις μας.

Ξέραμε απ έξω κι ανακατωτά, που βρίσκεται το κάθε δέντρο,,, πού είναι η κάθε μηλιά, η κάθε αχλάδια, οι βερικοκιές, οι μουσμουλιές, οι μελικοκιές, οι κουτσφιές, οι τζιτζιφιές, τα σύκα, τ΄απίδια τα βερίκοκα, οι μέσπλες, ακόμα και που είναι, οι καλύτερες γατσουμπριές.
Τα σκάμνα όμως και τα σύκα, σας βεβαιώνω ότι είναι τα καλύτερα φρούτα... Να φας σκομαϊδα, είναι το κάτι άλλο...
Μην τη ψάχνεις μέσα,,, άνοιξε το στόμα σου,, και χάπστει... Μούρλια...
Οι σκομαϊδες είναι τα παραγινωμένα σύκα, που στο τέλος πέφτουνε απ τη σκιά....
Μέχρι και ο Μπάρμπα-Γιώργος τις αναφέρει στο έργο του Καραγκιόζη, όταν λέει στην κυρα Γιώργαινα
<να του ετοιμάσει τη φστανέλα, του σλάχ, και τα τσαρούχια, να κατεύ στου παζάρ, για να τον δουν τα κοπελούδια και να πέφτνε απ τα ψιλά μπαλκόνια, σαν τις σκουμαϊδες>

Και ο Νιόνιος ανεβασμένος με τον καραγκιόζη σε μια σκιά, τον ρωτάει αν οι σκομαϊδες έχουνε άντερα, γιατί απ τη γλύκα, δεν κατάλαβε πως έτρωγε ένα δενδρόβιο βάτραχο, αντί για σύκο...
-Έχουνε και παράχουνε, του απάντησε ο Καραγκιόζης

Προσοχή όμως,,, γιατί οι σκές, είναι το δέντρο του διαόλου...
Δεν κάνει να κοιμηθείς στον ίσκιο της, γιατί θα διαολιάσεις,,, και για να στο αποδείξω, πάρε ένα τζάμι και ένα κερί αναμένω, κάτσε κάτω απ τη σκιά... Βάλε το τζάμι πάνω απ τη φλόγα του κεριού, και περίμενε, μέχρι να σκάσει... Εκεί θα δεις ολοζώντανο το διάολο και κάτι φανταστικά σχέδια, που τύφλα να χουνε, οι σημερινοί εικαστικοί καλλιτέχνες.

Τα καλοκαίρια, ήταν η μεγάλη μας χαρά.
Είχε περάσει ο δύσκολος κατοχικός χειμώνας του 1942, με πορτοκάλια και λεμόνια που τα ξύναμε στους τοίχους για να τους φύγει η σπιρτάδα, χωρίς να χαθεί το ψαχνό της φλούδας, -που θα γέμιζε το στομάχι μας- και ήρθε το καλοκαίρι του 1943, στην αρχή με τα τσίγαλα και τις λιακάδες και μετά,,, με τα λαχταριστά φρούτα να κρέμονται, γεμάτα πειρασμό στα δέντρα...

Ψάχναμε τότε στους φράχτες, να βρούμε καμιά <ποριά>, για να περάσουμε στα κήπια και να μπαλώσουμε την πίνα μας.
Έτσι μικρούλικα καθώς ήμασταν και αδυνατούλια, δε θέλαμε και μεγάλη τρύπα. Μια πιθαμή χαραμάδα να είχε ο φράχτης,,, και ο κήπος, ήταν δικός μας..
Βρισκόμασταν τότε, στο δικό μας βασίλειο...
Ξαπλώναμε κάτω απ τον ίσκιο του δέντρου κι απολαμβάναμε τους καρπούς της Εδέμ...

Με τα σκυλιά του νοικοκύρη, τα πηγαίναμε μια χαρά, γιατί όλα τους, μας ήταν σχεδόν γνωστά,,, και μας κουνούσανε την ουρά τους... Το μάτι μας όμως, ήταν πάντα στραμμένο προς το έμπα του κήπου... Έτσι και κουνιότανε φύλλο, εξαφανιζόμασταν μπουσουλώντας μέσα στα πυκνά χαμόκλαδα, τραβώντας για την <ποριά> της σωτηρίας μας.

Υποφέραμε όμως απ τις τσουκνίδες, που ήταν δάσος αδιαπέραστο... Κατακόκκινα τα μπούτια μας, μυρμηγκιάζανε και μας τσούζανε πολύ... Κόβαμε τότε μολόχες και τα τρίβαμε, για να σπάσει το μυρμήγκιασμα και να ξεπριστούμε, μέχρι που στο τέλος,,, τις συνηθίσαμε...

Και σήμερα ακόμα, μετά από τόσα χρόνια, όταν δω σε κάποιο τοίχο να ξεπροβάλει τσουκνίδα,,, λοξοδρομώ και πηγαίνω να τη χαϊδέψω. Είναι το χούι μου... Αυτό, το γλυκό τσούξιμο στα χέρια, το νοιώθω σα μια ιδιαίτερη, γλυκιά ηδονή...
Ευτυχώς στην Αθήνα, υπάρχουν αρκετές,,, κι όταν είναι σε ξερό μέρος και δε ποτίζονται, είναι πιο αψές,,, και τις νοιώθω καλλίτερα.

Η ΠΑΡΕΑ ΜΑΣ





Η παρέα μας ήταν μεγάλη,, και ανάλογα με την εποχή, άλλαζαν τα χούγια και τα παιχνίδια μας...

Ο Γιώργος ο Φερεντίνος, είχε ειδικότητα στα κουρνόπουλα, και προσπαθούσε να τα κάνει να μιλήσουν, σαν τους παπαγάλους.
Τα τάϊζε σκάμνα, καθισμένος κάτω απ τη σκαμιά της αυλής του σπιτιού του,,, και τάχε ονοματίσει όλα... Μαζευόμασταν και μεις από πάνω του και με αμφιβολία, περιμέναμε να δούμε το θαύμα.

Ο Παντελής ο Φραγκογιός, μάζευε βουταλίδια... Τάδενε μ ένα σπάγκο απ το ποδάρι,,, κι όταν ξέφευγε κανένα, άιντε να το ματαπιάσεις.

Είμασταν μαζεμένα θυμάμαι, καμιά δεκαριά μικρά, στη μεγάλη ισκιάδα της καρυδιάς -έξω απ το ιερό των Αγιαποστόλων- όταν ζήτησα και εγώ να κρατήσω το βουταλίδι, που είχε στα χέρια του ο Παντελής και το χάιδευε.
Πονηρός καθώς ήταν, μου τόδωσε με το κεφάλι πίσω και πριν καλά καλά προλάβω να το χουφτώσω, μου τράβηξε μια τσιμπιά, πούκανε τρυπάρα στο χέρι μου.

Μούφυγε απ τα χέρια φτερουγίζοντας και περπατώντας συγχρόνως,,, πήρε την κατηφόρα για τη θάλασσα, σέρνοντας πέντε μετρά σπάγκο πίσω του..
Τρέξαμε όλα μαζί τα μικρά ξοπίσω του να το προλάβουμε,,, και δω τόχαμε... και εκεί τόχαμε... κι όλο μας ξέφευγε...

Πέρασε φτερουγίζοντας το σπίτι του Μπόκου και στη διασταύρωση που πάμε για τον Αι-Δημήτρη, κοντοστάθηκε...
Εκεί, λίγο και θα το πιάναμε,,, Είδε όμως το μπουχό δέκα μέτρα πάνω,,, και μεις ένα κουβάρι να ορμάμε καταπάνω του,,, και λαχτάρησε..
Πήρα τότε την κατηφόρα, για τα Χελαίικα... και μπρος αυτό και πίσω εμείς, το πηγαίναμε από κοντά, χέρ – ποδάρ,,,
Εκεί όμως, μπροστά στο καλύβι του Γιωργαλή, στη μέση του δρόμου, μας έτυχε μια γιαγιά...
Περάσαμε αλαλιάζοντας μπροστά της κοπαδιαστά,,, και χωρίς να τη μαλάξει κανένα μας, θες απ τον αέρα, θες απ το μπουχό που μας ακολουθούσε, η γιαγιά μπάταρε..
Δε δώσαμε σημασία, γιατί το βουταλίδι ήταν μπροστά μας,,, και στα εκατό μέτρα ήταν η θάλασσα...
Βούτηξε στα νερά,,, και σα βουταλίδι που ήτανε,,, πάει..
Δε το ματάδαμε...Μας άφησε γεια.

Θύμωσε ο Παντελής μαζί μου, πως άφησα το βουταλίδι κι έφυγε, αλλά του υποσχέθηκα, πως την άλλη μέρα, θα πήγαινα μαζί του στο βάλτο -που ήτανε πίσω απ το κάστρο- και θα τον βόηθαγα, να βρούμε φωλιές και να πιάσουμε, νεροκουκουτσέλες.

ΤΟ ΕΙΣΟΔΗΜΑ ΜΑΣ
Οι κουρούνες τότε, κυριαρχούσαν παντού στη Βόνιτσα.
Χιλιάδες κούρνιαζαν στα σπίτια, στα δέντρα, στο κάστρο και όπου μπορεί να βάλει ανθρώπινος νους.
Σαν έπεφτε το σούρουπο, μαύριζε ο πλάτανος του Μέντα, που ήτανε στην πλατεία...
Εκεί δίνανε το ραντεβού τους χιλιάδες κουρούνες, για
ν ανταλλάξουνε νέα και απόψεις, και μετα αλάλιαζαν όλες μαζί χωρίς σταματημό, μέχρι να πέσει το βράδυ.
Έψαχναν λέει, μεταξύ τους ,,, να βρουν ποιανής το κουρνόπουλο, είναι το ομορφότερο....

Μετά, έπεφτε το σκοτάδι και πλάκωναν οι αλπές και τα τσακάλια, που ρήμαζαν τα κοτέτσα. Όλη τη νύχτα, ούρλιαζαν στις αυλές μας μέχρι που στο τέλος τις επικήρυξαν,,, 5 δρχ. η κουρούνα με τα κουρνόπουλα, 16 οι αλπές, και 30 τα τσακάλια...
Ήταν η εποχή της δικής μας χαράς,,, γιατί αποκτήσαμε και μεις ένα μικρό εισόδημα και γλείψαμε και κάνα μαντζούνι.

Ένα ακόμη εισόδημα, είχαμε κι απ τις προκηρύξεις, που ρίχνανε τα αεροπλάνα, Εγγλέζικα η Γερμανικά.
Τις μαζεύαμε απ' τους δρόμους και τα κήπια και τις δύναμαι στο μπακάλη μας, το Θανάση ή το Μήτσο το Μασούρα και τύλιγαν σ αυτές, ρέγκες, σαρδέλες αρμυρές και άλλα εδώδιμα, της κατοχικής εποχής,,, με αμοιβή μας, κάνα λουκούμι.

Μία μέρα θυμάμαι, πέρασε πολύ χαμηλά ένα αεροπλάνο, όταν το δέμα που κρατούσε ο επιβάτης του,,, -που μας χάζευε καθώς του φωνάζαμε όλα μαζί-,,, τούφυγε απ τα χέρια...
Ολόκληρος θησαυρός για μας... Αρχίσαμε να τρέχουμε όλα μαζί προς το δέμα που έπεφτε, φωνάζοντας < πεφτ- πεφτ- πεφτ > και στο τέλος έσκασε επάνω στο μεσοδόκαρο, του ποιο φτωχικού σπιτιού, της Βόνιτσας.
Τρομάξαμε να βγάλουμε κάτασπρο τον Φάνη τον Πασπαλιάρη, μες απ τα σάπια ψευτοδόκαρα και τα σπασμένα κεραμίδια.
Του ήρθε ο ουρανός κολοκύθι, που λέμε.
Ήτανε ξαπλωμένος στα στρωσίδια του ως συνήθως,,, και χουζούρευε και κείνο το μεσημέρι,,, όταν τούρθε το πακέτο κατακέφαλα,,, και χωρίς να το περιμένει.

ΤΑ ΧΟΥΓΙΑ ΜΑΣ

Ο κολλητός μου ο Νάσος, είχε ένα μεγάλο ελατήριο από γερμανικό άρμα μάχης… Του είχε περάσει μέσα του ένα ξύλο,,, και με δεμένες τις δύο του άκρες με ένα καλώδιο, τριγυρνούσε τρέχοντας στις γειτονιές,,, δημιουργόντας με τα χτυπήματα του ελατηρίου πάνω στις πέτρες, μεγάλο σαματά.
Για να είναι πιο εντυπωσιακό το πέρασμά του, έδενε και μια φουντωτή κλάρα, πίσω του... και μέχρι να κατακάτσει ο κουρνιαχτός, περνούσε μισή ώρα.

Βγαίνανε τότε απ τα σπίτια τους οι νοικοκυρές,,, και σκούζανε, γιατί είχανε απλωμένα τα σκουτιά και τα στρωσίδια τους στους φράχτες,,, κι αφού ρίχνανε και κανα-δυό κατάρες,,, ματάμπεναν μέσα, απ το μπουχό και τον κουρνιαχτό,,, πούφτανε τα δέκα μέτρα.

Κάθε μέρα, μας τσιμπούσαν πέντε με δέκα μέλισσες ή σφήκες, καθώς παίζαμε ξυπόλυτα, στις βρύσες και στ' αυλάκια...
Όμως, το μεγάλο μας παιχνίδι, ήταν η μάχη που δίναμε, με τα μεγάλα κίτρινα σερσέγγια.
Είχαν φωλιάσει, στην παμπάλαια μάντρα του Μαρκαντώνη, που άρχιζε απ το σπίτι του Μάρη κι έφτανε μέχρι το μπακάλικο του Θανάση του Μασούρα....

Παίρναμε χούφτες λάσπη και τους κλείναμε τις τρύπες, κι αυτά, έβγαιναν κοπαδιαστά και μας κυνηγούσαν... Είχαμε όμως έτοιμες τις φουντωμένες κλάρες μας,,, και κάναμε την αντεπίθεση....
Τότε γινόταν, το έλα να δεις...
Κλείνανε πόρτες και παράθυρα στη γειτονιά, καθώς βόγκαγαν τα σερσέγκια στον αέρα, μέχρι που ένα απ αυτά, τσίμπησε το φιλαράκι μου στο κεφάλι....
Πήγε να πεθάνει ο Νάσος....

Ο γιατρός ο Καλαντζής, ανεβοκατέβαινε κάθε μέρα απ το παζάρι στη Μπούχαλη,,, και για μια ολόκληρη βδομάδα, πελέκισε το φιλαράκι μου στις σουβλιές.......
Έβραζε, την κοινόχρηστη για όλη τη Βόνιτσα βελόνα του, που απ την πολύ της χρήση, ήταν σαν καμάκι,,,, την έβαζε σε ένα κουτάλι να πάρει κάνα δυο βράσεις, για να απολυμανθεί,,, κι όταν στην έχωνε στον κώλο, πεταγόσουνα μέχρι το ταβάνι...
Εκεί να δεις πόνο,,, λες και σου κόβανε το ποδάρι.
Άκουγες γιατρό και στο άψε σβήσε, σου πέρναγαν όλα τα κακά.

Η αλήθεια είναι πως όλα τα ξεπερνούσαμε, εκτός απ την ελονοσία. Άρχιζαν κάτι ρίγη στην πλάτη, κι άπλωναν σιγά σιγά σ ολόκληρο το κορμί... Μετά τα ρίγη αυτά, γινόταν τρεμούλα... Η τρεμούλα, όλο και άπλωνε, όλο και δυνάμωνε,,, και στο τέλος, ξέσπαγε σε σπασμούς. Θυμάμαι, με είχανε στο κρεβάτι και με κρατούσανε τρεις, για να μην πέσω στο πάτωμα. Δε θυμάμαι τίποτα άλλο. Φάρμακα δεν υπήρχαν... Αν άντεχε και ξεπερνούσες αυτή τη μάστιγα, ήσουνα τυχερός.

ΤΑ ΠΑΙΧΝΙΔΙΑ ΜΑΣ

Τα παιχνίδια που παίζαμε ήταν πολλά και τηρούσαμε τους νόμους και τους κανόνες τους, με ευλάβεια.
Το παιχνίδι με τη Σκλέτζα, παιζόταν από πολλούς μαζί, που παραβάλλονταν, ποιος θα την πάει μακρύτερα....

Η σκλέτζα ήταν ένα στρογγυλό ξύλο, μια δυό πιθαμή μακρύ και μυτερό απ στις δύο του άκρες του.
Το χτυπούσες στη μια μυτερή του άκρη με μια χοντρή βέργα, το λεγόμενο σκλιτζούρι,,, και πεταγόταν στον αέρα.
Με επιδεξιότητα, το χτυπούσες για δεύτερη φορά στον αέρα,,, κι όπου πήγαινε... Αν σε πετύχαινε, σε πέρναγε, πέρα για πέρα...
Μετά αρχίζαμε να μετράμε διπλωμένοι στα δυό μέσα στις λάσπες και στα χώματα την απόσταση με το σκιτζούρ.
(κόβαμε συχνά τα φωνήεντα και μετατρέπαμε το ο ω σε ου).

Η γρούνα, ήταν ένα ακόμα παιχνίδι, που το παίζαμε στις γειτονιές.
Ήταν ένας άδειος κονσερβο-γερμανικός ντενεκές,,, και το παιχνίδι ομαδικό... Ήταν κάτι, σαν το σημερινό γκολφ, ας πούμε...
Δεν ξέρω, γιατί ξεθυμαίναμε με τόσο πείσμα πάνω του...
Μπουλούκι πέφταμε και τον βαράγαμε με τις τζόρες, - που ήταν ξύλα, που το κάτω μέρος τους κατέληγε σε κεφάλι και ήταν συνήθως, από τη ρίζα σκινάρας.
Όποιος πετύχαινε τη γουρούνα και την έριχνε στη γούρνα, ήταν και ο ήρωας της ημέρας...

Τσούρμο πέφταμε πάνω σ΄ αυτό το γερμανο-ντενεκεδένιο κονσερβοκούτι, βαρώντας το με τις τζόρες και με τις φωνάρες μας, ξεσηκώναμε τις γειτονιές.

Τον κυνηγούσαμε από δώ κι από κει, γιατί ζαλισμένος καθώς ήταν, κατρακύλαγε πότε στη μιά γειτονιά και πότε στην άλλη,,, και με τον τρόπο του, προσπαθούσε να μας ξεφύγει...

Εκεί πάνω στα χτυπήματα και στα χουγιαχτά, αν ξέφευγε καμιά τζοριά και σ έπαιρνε στο κότσι,,, σε άφηνε ξερό, για μια βδομάδα.

Ο ΠΑΙΔΟΝΟΜΟΣ

Τότε,,, πάνω στην αναμπουμπούλα, δε θυμάμαι ακριβώς πότε, για να μας συμμαζέψουν απ τους δρόμους και τη θάλασσα, μας βάλανε και παιδονόμο.

Πρώτος ήταν ο Αρκουδογιάννης,,, που δεν ξέρω από που ξέπεσε εδώ στη Βόνιτσα, για να μας ταλαιπωρεί..
Ακούγαμε παιδονόμο και γινόμασταν καπνός, μπουχός καλύτερα.

Τότε, οι δρόμοι της Βόνιτσας, ήταν σκεπασμένοι από ψιλή σκόνη, που τη δημιουργούσαν τα Γερμανικά άρματα μάχης, που ανεβοκατέβαιναν όλη μέρα, ασταμάτητα...
Πάταγες χάμω ξυπόλητος και σηκωνόταν μπουχός, καθώς έμπαινε το ποδάρι σου μέσα της, μέχρι το κότσι...

Το χειμώνα, όλα αυτά,,, γινότανε λασπούρα, αλλά δεν μας ένοιαζε, μιας και δε φοβόμασταν μη λερώσουμε, τα παπούτσια που δεν είχαμε.
Εκεί λοιπόν που παίζαμε τη σκλέτζα, και είμασταν αφοσιωμένοι στο παιχνίδι, με το που έλεγε ένας -ο παιδονόμος- εξαφανιζόμασταν...
Εκεί να ήσουνα να δεις, τι σημαίνει κουσί.




Τον παιδονόμο, τον λέγανε Αρκουδογιάννη, γιατί ντυνόταν αρκούδα και χόρευε εδώ και κει... Δεν ξέρω, αν τόκανε για πλάκα,,, ή από συνήθειο.

Έφερνε όμως και αρκούδες στη Βόνιτσα και χόρευε μαζί τους στις γειτονιές... με αμοιβή του, τ΄ αυγά....

Μετά τον Αρκουδογιάννη, παιδονόμος ήταν ένας Κοντομήχης, ντόπιο πράμα, κοντούλης και σκληρό καρύδι.......

ΣΤΟ ΠΕΡΙΒΟΛΙ ΤΟΥ ΖΕΡΒΑ
Ντάλα μεσημέρι, καθόμασταν κείνη τη μέρα στη φρατζάτα που είχαμε στίσει πάνω στην πανύψηλη κουρουμπλιά του Νάσου, -για να χωνέψουμε κάτι κλεμμένα φρούτα, που είχαμε φάει-,,, και ήμασταν έτοιμοι για ύπνο, καθώς μας νανούριζε το μεσημεριάτικο τραγούδι των τζιτζικιών,,, όταν είδαμε στο βάθος του κήπου, να κουνιούνται οι κορφάδες απ τα πανύψηλα κοκοράκια, που κάλυπταν το περιβόλι του Ζέρβα.
(Έτσι λέγαμε εμείς το περιβόλι εκείνο, που ήταν της οικογένεια του Περιστέρη, πρωτοψάλτης της Μητρόπολης των Αθηνών).

Το περιβόλι αυτό, ήταν δίπλα στο νεκροταφείο του Αι-Δημήτρη και το χώριζε μια μάντρα κι ένα πυκνό δάσος από ψηλές καλαμιές...
Στα ανατολικά, ήταν ένας αδιαπέραστος βάλτος με πυκνές αρμυρικές πούφτανε μέχρι το Ριζό,,, και απ τη δική μας τη μεριά, ήταν ένας φράχτης από βατιές...
Σ αυτόν το φράχτη είχαμε ανοίξει μια μικρή ποργιά, για να μπενο-βγένουμε στο περιβόλι αυτό, που ήταν σωστός παράδεισος.
Πέρα απ τις λεμονιές, τις πορτοκαλιές και τις μανταρινιές, είχε ροδιές, μέσπλες, κούτσφα, τζίτζφα, λωτούς και πολλά άλλα καλούδια.
Είχε και μια πελώρια βαθύσκιωτη μελικοκιά, κολλητά στο καλύβι του Βασίλη του Βρακοζώνη, που χε ένα τσούρμο, παιδιά και κοπέλες, δέκα και βάλε,,, και τα μελίκοκά της, ήτανε μέλια...

Είδαμε λοιπόν, ψηλά απ τη φρατζάτα μας, να κουνιούνται οι κορφάδες απ τα κοκοράκια,,, και έντρομοι διαπιστώσαμε πως ήταν ο παιδονόμος.
Ερχόταν μπουσουλώντας μέσα στα πυκνά φυλλώματα του κήπου, κρατώντας το βούρδουλά του, που ήταν από ουρά σαλαχιού,,, και παγώσαμε... Ένα γίναμε με τη φρατζάτα, γιατί πιστέψαμε στα σίγουρα, πως έψαχνε για μας....

Όμως κάτω απ τη φουντωμένη ροϊδιά του Ζέρβα, πέντε-έξη παιδιά, καθισμένα σταυροπόδι, παίζανε χαρτιά,,, και ο παιδονόμος, όλο και πλησίαζε προς τα κει, με προσοχή και στα μουλωχτά...
Εκεί ήταν ο Αντρέας ο Γιωργαλής,,, ο Κακατσίδας ο Λαμαρίσος,,, ο Νώντας ο Καραμπίνης,, ο Αργύρης ο Μπάμπζας, και κάνα δυό που δεν τους φέρνω στη θύμησή μου. Ήτανε όλοι τους τότε, δεκαοχτάχρονα παιδιά.
Σάλταρε ανάμεσά τους με το βούρδουλα σηκωμένο ψηλά,,, και έγινε το έλα να δεις... Σκόρπισαν όλοι τους σαν τα κοτόπουλα, όταν πέφτει πάνω τους, το γεράκι...
Ξοπίσω τους,,, βάραγε με το λούρο δεξιά και αριστερά ο Αρκουδογιάννης,,, και οι καλαμιές, κόβονταν σαν τα φρέσκα μαρούλια... Εκεί να ήσουνα να δεις, τι σημαίνει κουσί.
Εκεί να δεις σάλτα και κουσί, μέσα στα βάτα και στις καλάμιες, που δε τάχεις ματαδεί...

Εμείς, είχαμε χεστεί απ το φόβο μας... Αν μας έπαιρνε μυρωδιά τέτοια ώρα και πάνω στη φρατζάτα,,, με τα νεύρα που είχε, σίγουρα θα μας κατέβαζε, με το πριόνι...

Η ΒΛΥΧΑ
Στο περιβολή αυτό,,, εκεί που συνορεύει με το περιβόλι του Μπόκου που έμενα εγώ,,, έχει ακόμα και σήμερα, μια βλύχα χτιστή,,, και μεις, ρίξαμε μια μέρα τις πετονιές μας, μπας και βγάλουμε κάνα χέλι...
-Τόπιασα, μου λέει ο Νάσος και ζήτησε βοήθεια.
Τραβήξαμε κι οι δυο μαζί την πετονιά και με μεγάλη δυσκολία, βγάλαμε πάνω ένα πελώριο σπαθί, που λαμποκόπαγε στον ήλιο...
Το βγάλαμε απ το φηκάρι του, κρατώντας το, ο ένας απ τη θήκη και άλλος το σπαθί,,, και κάναμε χίλια τρελά όνειρα...
Τότε ήταν, που μας είδε απ τις σκάλες του σπιτιού ο πατέρας μου, που κατέβαινε εκείνη την ώρα,,, και του σηκώθηκαν οι τρίχες του κεφαλιού του..
Κοίταξε ολόγυρα, μπας και μας είχε δει κάνας Γερμανός,,, μας πήρε απ τα χέρια αγριεμένος το σπαθί μας,,, και το ματάριξε στη βλύχα...
Εκεί είναι ακόμα,,, και αν ψάξετε, θα το βρείτε...

Κάτσαμε σκασμένοι απ το κακό μας στο ολοστρόγγυλο πεζούλι της βλύχας και κοιτάζαμε μέσα της,,, τα όνειρά μας, που πνίγηκαν εκείνη τη μέρα,,, στα νερά της... κι αναλογιστήκαμε,,, ποιανού άραγες, νάτανε το σπαθί ;;;
-Μάλλον του Φιώρου, πού ήρθε απ την Πρέβεζα, είπε ο Νάσος.
Ήρθε με την κατάρρευση απ την Πρέβεζα με την οικογένειά του,,, και έμενε στο καλύβι του Γιωργαλή...





Δεξιά, το καλύβι του Γιωργαλή, που έμενε στρατηγός.
Δεν ξέρω αν τόχε νοικιασμένο ή του τόχε παραχώρησε, ο μπάρμπα-Ντούλας, ο Γιωργαλής... Αυτός ήτανε ταγματάρχης, η κάτι τέτοιο και ήταν ο μόνος στρατιωτικός στη γειτονιά...
Τον πιάσανε αμέσως, μόλις ήρθανε οι Ιταλοί,,, και το σπαθί,,, θα ήταν σίγουρα της επίσημης στολής του...
-Θα τόθελε για ενθύμιο, είπα εγώ,,, και συμφώνησε κι ο Νάσος.
Που να κρύψεις τέτοιο σπαθί μέσα σ αυτό το καλύβι, που κάθε λίγο και λιγάκι, κάνανε μπλόκο,,, και ψάχνανε σπίτια και καλύβια, οι Γερμανοί...
Έτσι λύσαμε μόνοι μας, και τούτο το μυστήριο....

Θα μου πεις τώρα, που τη βρήκαμε τέτοια πετονιά, που να σηκώνει ολόκληρα σπαθί, μέσα από πηγάδι,,, και με τόσο βάρος που είχε... Θα σας το πω.
Τις πετονιές τότε, τις φτιάχναμε από αλογίσιες τρίχες.
Όλα τα άλογα της Βόνιτσας, είχανε καταντήσει σούτα, -χωρίς ουρά- και οι νοικοκυραίοι τους, μας κυνηγούσαν όταν μας βλέπανε να στριφο-γυρίζουμε κοντά στ άλογά τους.
Το άλογο του Μάκια του Λιόντου, είχε καταντήσει κατσιδιάρικο,,, γιατί, χωρίς τη φουντωτή ουρά του, δε μπόραγε να διώξει τις μύγες, πάνω απ τις πληγές του.
Δε φταίγαμε εμείς για τη κατάντια του.
Αυτός παράταγε το κάρο του εδώ και κει, να πιει κάνα ούζο, στα ορθάτα.

Παίρναμε δέκα-δώδεκα αλογίσες τρίχες μαζί, τις στρίβαμε καλά,,, και κάναμε το πρώτο παλαμάρι, που είχε κόμπο κι απ τις δυό του άκρες...
Με δέκα-δεκαπέντε παλαμάρια ενωμένα και μ ένα κλεμμένο αγκίστρι απ το μπακάλικο του Θανάση του Μασούρα,,, η πετονιά, ήταν έτοιμη, για χρήση.

Κουρασμένα και ταλαιπωρημένα καθώς ήμασταν, γυρίζαμε το βράδυ στο σπίτι, μόνο για ύπνο,,, και πέφταμε ξερά...






Η ΜΠΟΥΧΑΛΗ







Η Μπούχαλη, άρχιζε απ την ένωση, -που ήταν τότε τα σύνορα με το παζάρι- και έφτανε μέχρι το σπίτι του Τσαβαλά...
Από εκεί και πάνω, ήταν τα ηρωικά Βέτκα... Όλο αχυροκαλύβια...










Στη Μπούχαλη, πέρα απ τις καλύβες τις πλεγμένες με βέργες λυγαριάς κι αλίμενες στους τοίχους και καταής, με λάσπη ζυμωμένη με άχυρα και γελαδίσια σβουνιά,,, υπήρχαν και 8 με 10 πέτρινα σπίτια.

Τρία ήταν διώροφα και τα υπόλοιπα ισόγεια.





Άπλωμα τραχανά στη Μπούχαλη





Δεν κυκλοφορούσε παζαριώτης στη Μπούχαλη, ούτε και μπουχαλιώτης στο παζάρι, χωρίς λόγο...
Απέφευγε ο ένας τον άλλο, όπως ο διάολος το λιβάνι.

Στη Μπούχαλη ήταν μόνο ένα μπακάλικο. Όλα τα άλλα μαγαζιά, ήταν στην πλατεία, που ήταν και το κέντρο της Βόνιτσας...
Τα μαγαζιά αρχίζανε απ την παραλία και φτάνανε μέχρι τη νυχτερίδα...
Εδώ ήταν ας πούμε, το κολονάκι μας...
Εδώ, επικρατούσαν στην πλειοψηφία τους οι ψαράδες, οι χαμάληδες και οι μικρο-επιτηδευματίες.




ΟΙ ΑΓΡΑΠΝΙΕΣ







Όλα τα σπίτια της Βόνιτσας, ήταν τριγυρισμένα με φράχτες, που ήταν παλούκια μπηγμένα στο χώμα και πυκνό-πλεγμένα με βέργες λυγαριάς, για να μη φεύγουν απ τις αυλές οι κότες,,, και ξενογεννάνε...
Στις αγραπνιές, οι φράχτες αυτοί, καθώς ήτανε φρύγανα ξερά, δεινοπαθούσανε.


-Εμείς ξύλα δε παίρνουμε, παλούκια ξεκωλώνουμε,,, και κύριε ελέησον,,, και κύριε ελέησον... και παίρναμε τους φράχτες στους ώμους μας, καμιά δεκαριά μικρά και τους ρίχναμε στις φωτιές,,, που ανάβαμε τη Μ. Βδομάδα, και τις λέγαμε <αγραπνιές>.
Οι φράχτες βέβαια, ήταν το προσάναμμα για τη φωτιά...
Οι μεγαλύτεροι μας, φέρνανε μεγάλα κούτσουρα, φορτωμένα σε άλογα, απ τον Πλατανιά...

Ακόμα και πριάρια καίγαμε.
Η φωτιά ήταν μεγάλη και οι φλόγες της φτάνανε και τα δέκα μέτρα...

Έπρεπε να κρατήσει όλη τη νύχτα και ως το πρωί, γι αυτό πιστεύω, πως τις λέγαμε και < αγραπνιές>...

Οι αγραπνιές κρατούσαν απ τη μεγάλη Δευτέρα και μέχρι τη Μεγάλη Παρασκευή.

Αυτή τη μέρα ανάβαμε και τη μεγαλύτερη φωτιά γιατί έβγαινε νωρίς το βράδυ και ο επιτάφιος,,, κι ο κόσμος,,, θα θαύμαζε εμάς και τη φωτιά μας.
Τότε, ο επιτάφιος έκανε τρις γύρους στην εκκλησιά και ματάμπαινε απ την πίσω πόρτα, φωνάζοντας ο ψάλτης μας, το
< Άρατε πύλες >
Το <άρατε πύλες> ήταν και δικό μας σύνθημα, για να μπούμε στα κήπια και τα περιβόλια,,, και να γεμίσουμε το στομάχι μας...

Στον παπά που μας κυνήγαγε τούτες τις μέρες, για να μας μεταλάβει και να μας ξομολογήσει, δεν πηγαίναμε ένα ένα. Τόχαμε συμφωνήσει μαζί του, να πηγαίνουμε όλα μαζί,,,
Έτσι όταν μας ρωτούσε αν κλέψαμε, απαντούσαμε όλα μαζί - ναι - και σβήναμε τις αμαρτίες μας.

Όλες τις μέρες της μεγάλης βδομάδας, μέναμε γύρω απ τη φωτιά και τραγουδάγαμε το Αναναίοι – Κατσαναίοι και πολλά άλλα περιπαιχτικά τραγούδια, σιγοντάροντας τις ψαλμωδίες του παπά, που κράταγαν μέχρι το ξημέρωμα.

Τότε, κάθε συνοικία είχε και τη δικιά της φωτιά,,, και για το λόγο αυτό, άρχιζε ένας πόλεμος στα σύνορα με τους αντιπάλους, που με επιθέσεις η κάθε πλευρά, προσπαθούσε να μπει στη συνοικία του άλλου,,, και να του σβήσει τη φωτιά.


-Μπούχαλιωτες πούτσαραδες, παζαριώτες ξεκωλιάρηδες,,, και κύριε λέησον,,, και κύριε λέησον... και άρχιζε ένας άγριος πετροπόλεμος, που κρατούσε τόσες ώρες, όσα ήταν και τα ανοιγμένα κεφάλια..

Ερχόταν και οι Γερμανοί γύρω απ τη φωτιά και μας χάζευαν.
Τα έθιμά μας, τους εντυπωσίαζαν,,, και από έθιμα εμείς,,, άλλο
τίποτα... Χριστούγεννα, Πρωτοχρονιά, τ Άι-Γιαννιού, τα Φώτα και του Λαζάρου, γυρίζαμε από σπίτι σε σπίτι και λέγαμε τα ανάλογα εγκώμια, για τους νοικοκυραίους.

Την παραμονή των Βαΐων, οι μεγαλύτεροι μας, χαράματα λέγανε τη Λαζάρα,,, και μόνο σε ορισμένα σπίτια, γιατί αυτοί είχανε λεφτά, για να τους δώσουνε.

Ο ΜΑΛΑΜΑΤΕΝΙΟΣ ΣΤΑΥΡΟΣ

Των Φώτων, έστηναν μια καλύβα από ευκαλύπτους και δάφνες, μέσα στη μέση της εκκλησιάς και από εκεί, έψελνε ο παπάς τα <πρέποντα>.








Ο καντηλανάφτης μας ο Πλιακοπάνος, που ήταν στα μέσα και στα έξω, μοίραζε φιόρα στους Φώτιδες που γιόρταζαν τη μέρα κείνη ,,, και μεις παίρναμε βαρελίσο αγιασμό, από μια κάνουλα της καλύβας.



Μετά όλοι μαζί, τραβάγαμε για την παραλία,,, με τα λάβαρα και τα λιβανιστήρια μπροστά,,, τα εξαπτέρυγα και τους παπάδες από πίσω.

Τα μικρά πηγαίναμε ή στην αρχή ή στο τέλος της κουστωδίας, γιατί τόχαμε σε κακό μας, να μπούμε ανάμεσα στον κόσμο.

Απλωνόμασταν γωνιακά απ τα βράχια του φαναριού μέχρι τα σκαλιά της παραλίας,,, και κει, έριχνε ο παππάς το σταυρό στη θάλασσα, για ν αγιάσουνε τα νερά,,, και νάνε καλοτάξιδα, για τους καπεταναίους.

Το σταυρό τότε, τον ρίχνανε στη θάλασσα χωρίς να είναι δεμένος, όπως κάνουνε σήμερα, λες και είναι άλογο και θα τους φύγει...

Βουτάγανε αρκετοί στα παγωμένα νερά,,, κι όποιος τον έπιανε, τα κονόμαγε...
Γύριζε με το σταυρό επάνω στον αγιασμένο δίσκο, από σπίτι σε σπίτι,,, -σ όλα τα σπίτια της Βόνιτσας- για να αγιάσουνε,,, και οι νοικοκυρές, αφού φίλαγαν το σταυρό, ρίχνανε στο δίσκο, ότι επιθυμούσαν.
Ο ευλογημένος με το σταυρό και τις εισπράξεις πάνω στο δίσκο, γύριζε τότε από σπίτι σε σπίτι,,, και από σοκάκι σε σοκάκι, χωρίς να υπάρχει φόβος αρπαγής, από κάνα αλλοδαπό.

Τότε, τα νερά του Αμβρακικού ήταν πεντακάθαρα κι ο σταυρός καθώς ήταν από μάλαμα και χρυσάφι,,, είχε και κάμποσα ρουμπίνια πάνω του, -πέντε θυμάμαι-,,, λαμποκόπαγε στον πάτο της θάλασσας.
Ήταν πολύ βαρύς,,, ασήκωτος σας λέω,,, γιατί τον είχα πιάσει κι εγώ, στα χέρια μου...












Μια χρονιά,,, έπεσε ο σταυρός στη θάλασσα,,, και από τότε δε τον ματάδαμε..


Καθώς ήταν κειμήλιο, μεγάλης αξίας και μαλαματένιος,,, τον ψάχνανε μέρες και νύχτες, ακόμα και με τα πυροφάνια.Ο σταυρός πάει...Δε ματαγύρισε από τότε, στις γειτονιές,,, και πολλά είπανε τότε... Είπα κι εγώ, ο θεός κι η ψυχή τους...

Από τότε, έδωσε εντολή ο Δεσπότης, όχι μόνο να δένουνε με κορδέλα, αλλά να είναι κι από φελώ...
Άντε συ, μετά απ όλα αυτά, και καλομαθημένος με τέτοιο μαλαματένιο σταυρό πού είχες, να πας να προσκύνησης τώρα το φελώ,,, και να πληρώσεις κι από πάνω...

Η ΠΙΣΠΙΡΙΤΣΑ















Πολλά σπουδαία πράγματα είχαν χαθεί, εκείνη την περίοδο απ τις γύρω εκκλησιές, όπως χειρόγραφα ευαγγέλια, μανουάλια και σπάνιες εικόνες, που όταν είχε αναβροχιά και η Γη έσκαγε απ την έλλειψη του νερού, τις πηγαίνανε μέχρι στα γύρω χωράφια και κάνανε παρακλήσεις στο θεό,,, για να ρίξει καμιά βροχή....

Τότε έκανε την εμφάνισή της και η <Πισπιρίτσα>, που ήταν ένας νεαρός ντυμένος ολόκληρος με κλωνάρια, λες και ήταν θάμνος που περπάταγε και πίσω του ακολουθούσε μια κουστωδία από πιτσιρικάδες, που τραγουδούσαν το <Πισπιρίτσα περπατεί>,
το θεό παρακαλεί,,, για να ρίξει μια βροχή,
μια βροχή μια δυνατή, για να ποτιστεί η Γη,,,
και άλλα, που δε θυμάμαι...

Βγαίνανε τότε οι κυράδες απ τα σπίτια τους,,, με μπότια και με στάμνες, και καταβρέχανε την <Πισπιρίτσα>,,, και για τη ζημιά που κάνανε, άφηναν στη φωλιά που είχε στην αγκαλιά της, λίγα αυγά, γιατί λεφτά δεν υπήρχαν τότε, όπως και σήμερα...

Εδώ, θα συμπληρώσω όσα απ τα έθιμα ματάρχονται ανακατωμένα στη θύμησή μου,,, και αργότερα θα τα βάλω σε μια τάξη,.

ΣΠΕΡΝΑ ΚΑΙ ΚΟΛΛΥΒΑ





















Έξω απ την εκκλησιά των Αγιαποστόλων, ήτανε τρία αιωνόβια πλατάνια και στη γωνιά της μάντρας στα δεξιά, ήταν ένας μεγάλος σωρός από πέτρες, για πολλά χρόνια παρατημένες εκεί.

Όταν είχε βαφτίσια, μαζευόμασταν όλα τα μικρά στην πόρτα της εκκλησιάς,,, και μόλις τέλειωνε η τελετή, αρχίζαμε όλα μαζί να φωνάζουμε.
-Δεν εχ, δε πετάει... δεν εχ δε πετάει... συνέχεια,,, μέχρι να βγει ο νουνός απ την εκκλησιά,,, και τότε σταματάγαμε.

Ανέβαινε στην κορυφή του σωρού απ τις πέτρες,,, έχωνε το χέρι στην τσέπη του κι έπαιρνε μιά με δυό χούφτες δεκάρες, που είχε απ τα πρωτύτερα μαζεμένες,,, και τις πέταγε στον αέρα.
Εκεί νάσουνα, για να δεις, τι σημαίνει χαμός.

Εκεί, ανέβαινε κι ο Πλιακοπάνος με μια κόφα, κρατώντας την με το ένα χέρι πάνω απ το κεφάλι του,,, και με το άλλο χέρι, χούφτωνε σπερνά ή κόλλυβα που είχε μέσα της, και μας τα μοίραζε, δίκαια και με τη σειρά.

Τα σπερνά ήταν τα ίδια με τα κόλλυβα, με τη διαφορά ότι τα μεν σπερνά τα μοίραζε ανήμερα της εορτής του ζωντανού,,, ενώ τα κόλλυβα ήταν για λογαριασμό του πεθαμένου που γιόρταζε,, και τα μοίραζε την παραμονή της γιορτής του.

Μπερδεμένα πράγματα,,, αλλά εμάς δεν μας ενδιέφερε αν ήταν σπερνάη κόλλυβα.
Εμείς ξέραμε από πριν, ότι θα τρώγαμε την παραμονή και ανήμερα της κάθε γιορτής, σπερνά και κόλλυβα,,, και μόνο αυτό μας ενδιέφερε, και περιμέναμε με ανυπομονησία, την κάθε γιορτή...

Τρώγαμε και στα τριήμερα,,, και στα εννιάμερα,,, και στα σαραντάμερα του πεθαμένου,,, και τρίβαμε τις χούφτες μας,,, όταν ακούγαμε να βαράει η καμπάνα στο μονά.

Μια μέρα, εκεί που μας μοίραζε ο Πλιακοπάνος όπως πάντα, σπερνά ή κόλλυβα δεν ξέρω, κρατώντας την κόφα του ψηλά,, τον πλησίασε από πίσω και στα μουλοχτά, ο Βαγγέλης ο Μπαλντούμας που ήταν ένα απ τα πιο μεγάλα ζιζάνια της Βόνιτσας και κρατώντας ένα μακρύ ξύλο,,, τούδωσε μια στην κόφα από κάτω,,, κι έφυγε στον αέρα.

Έκανε μια τούμπα ψηλά,,, και άδειασε το περιεχόμενό της πάνω μας, καθώς ήμασταν στρουμογμένα,,, στα πόδια του Πλιακοπάνου...
Εκείνη τη μέρα μείναμε με τη χαρά...
Μετά, μας πήραν σβάρνα και οι σφήγκες από πίσω,,, και όλα μαζί τα μικρά, τραβήξαμε τρέχοντας για τη θάλασσα,.

ΤΟ ΜΑΣΚΛΟ ΤΟΥ ΠΛΙΑΚΟΠΑΝΟΥ

Τη μεγάλη εβδομάδα, όσο εμείς ανάβαμε τις φωτιές, ο Πλιακοπάνος ο καντηλανάφτης, ετοίμαζε το <μάσκλο>, που τ άναβε με την ανάσταση.

Το <μάσκλο> ήταν ένα κανονικό μικρό κανόνι, σαράντα εκατοστά περίπου μακρύ, απ τα χρόνια τα παλιά, πού έπαιρνε μικρές σιδερένιες μπάλες, μπροστά του.

Το ξετρύπωνε λοιπόν ο Πλιακοπάνος απ τα κατώγια της εκκλησίας και όλη τη Μεγάλη Βδομάδα, πάλευε μ αυτό.
Τούβαζε μέσα μπαρούτι,,, και μεις κουβαλάγαμε κουρέλια και χαρτιά, για να το στουμπώσει...
Είχε κι ένα χαβάνι, από μισή μπάλα κανονιού -κομμένη στη μέση- για γουδί,,, και κει μέσα κοπανάγαμε κεραμίδια, μέχρι να γίνουνε σκόνη.
Με τη λάσπη των κεραμιδιών, έκλεινε καλά από πάνω τα στουμπαγμένα χαρτόπανα του <μάσκλου>, για να κάνει πολύ κρότο.

Ο γιατρός ο Καλατζής, τούλεγε να μη ματαβάλει το μάσκλο στο σπίτι του, που ήταν κοντά στην εκκλησία -και γιαπί τότε-, αλλά ο πλιακοπάνος το βιολί του,,, όλο και τ αστόχαγε.

Τοποθετούσε από τη μέσα μεριά, σε μια γωνιά του σπιτιού το μάσκλο,,, και με την ανάσταση, που τούβαζε φωτιά,,, μπουμπούναγε ο τόπος.
Μιά χρονιά, το παραφούσκωσε με μπαρούτι το παραστούμπωσε,,, με κεραμιδόσκονη και με την ανάσταση που τούβαλε φωτιά,, το μάσκλο έσκασε.

Ήρθε ο πλιακοπάμος στο Φαρμακείο, που ήταν τότε στην πλατεία, και ρώτησε τον πατέρα μου τι τον ήθελε... Ο πατέρας μου, του έκανε νόημα με το δάχτυλο, να περάσει πίσω απ τη βιτρίνα.
Το χώρο αυτό, τον χρησιμοποιούσαν τότε οι γιατροί σαν ιατρείο, για να εξετάζουνε τους ασθενείς.
Μόλις είδε τον Πλιακοπάνο ο γιατρός, άφησε τον άρρωστο κι έπεσε πάνω του, να τον γουρλώσει.
Ο Πλιακοπάνος με σηκωμένα τα χέρια ψηλά,,, φώναζε...
-Έσκασε γιατρέ,,, πάει έσκασε,,, έσκασε... πάει...

Το πήραν κι αυτό οι γυρολόγοι, που μαζεύαν τα παλιοσίδερα και από τότε ησυχάσαμε και μεις,,, και ο γιατρός...
Με το σεισμό του 1948, το σπίτι του γιατρού ράγισε και δεν ξέρω αν έφταιγε το <μάσκλο>, πούβαζε εκεί μέσα, ο Πλιακοπάνος.

Ο ΜΑΡΤΗΣ

Την πρώτη του Μάρτη, στρίβαμε χοντρή κόκκινη και άσπρη κλωστή και τη βάζαμε βραχιόλι στον καρπό του χεριού και κολιέ στο λαιμό, για να μη μας πιάσει ο ήλιος, που τούτο το μήνα, καίει πολύ...
Τότε, ήμασταν όλα όλα τα μικρά κατάμαυρα σαν τα αραπάκια, γιατί τζιτζινιάζαμε ολημερίς στα κήπια και στη θάλασσα.

Ο <Μάρτης> στο λαιμό, πέρα από ξόρκιο ήτανε και <μαντικό>. Τον τεντώναμε με το δάχτυλο,,, και μετά τον αφήναμε με δύναμη, κρατώντας τη γλώσσα μας κρεμασμένη έξω. Αν σκάλωνε ο Μάρτης στη γλώσσα μας, σίγουρα θα τρώγαμε, αρνί το Πάσχα.

Η ΠΤΩΤΟΜΑΓΙΑ

Την πρωτομαγιά, τσιμάραμε το πανί -της βάρκας του Μάκια του Κούρτη- κι αρμενίζαμε για το κεφάλι της Παναγιάς, τον Κέφαλο, ή τη Σωτήρα. Η παρέα ήταν σχεδόν πάντα η ίδια. Εγώ κι ο Μάκιας, ο Ηλίας Λεμωνής, και ο Τάκης ο Μασούρας (ταρέλας)



Ο ΑΧΥΡΕΝΙΟΣ







Ένα ακόμη έθιμο, ήταν και το καθαρο-δευτεριάτικο ψαράδικο
καρναβάλι, της Βόνιτσας.


Σκόρπιες εικόνες, έρχονται απ τα παιδικά μου χρόνια, και στριφογυρίζουνε στο μυαλό, δυσκολεύοντάς με, να τις βάλω σε κάποια τάξη....

Θυμάμαι δυό-δυό, ή και τρεις ακόμα μουντζουρωμένους ψαράδες, να τριγυρνούν ξυπόλυτοι και μεθυσμένοι στις γειτονιές, και να χορεύουν ακατάπαυστα...

Δεν ήταν μασκαρεμένοι,,, αλλά μουτζουρωμένοι,,, και το τονίζω αυτό. Φορούσαν τα μπαλωμένα γιορτινά τους ρούχα και με ανασηκωμένα τα μπατζάκια, τσαλαβούταγαν στα νερά, χοροπηδώντας μέσα στις λακκούβες, του ανύπαρκτου δρόμου...
Πίσω τους, ακολουθούσε ένας με το νταούλι κι ο άλλος ένας με την καραμούζα και παίζανε, παράξενους τσιριχτούς σκοπούς.
Ο χτύπος του νταουλιού ήταν δυνατός,,, και ο διαπεραστικός ήχος της τσαμπούνας, μου σουβλίζει ακόμα και σήμερα, το μυαλό.

Στην πλατεία, οι παρέες έφταναν αργά το μεσημέρι, μαζί με τα νταούλια τους.
Εκεί ήτανε ένα τεράστιο τραπέζι, γεμάτο σορούς από θαλασσινά. Και τι δεν είχε πάνω του. Σωροί οι πίνες, τα μύδια, τα στρίδια οι γάμπαρες, οι ριχτιές, τα φωσφορίτια, μεγάλες και μικρές πεταλίδες, αυγοτάραχο, καβούρια, κι ότι θαλασσινό μπορεί να φανταστείς.

Σε ένα γάιδαρο καβάλα, φέρνανε και τον < αχυρένιο > - έτσι τον λέγανε τότε- και τον κάθιζαν παρέα τους, πάνω σε μια καρέκλα.
Του λέγανε βρομόλογα στα φωναχτά, και χόρευαν ολόγυρά του...

Τη μέρα αυτή, ερχόνταν ψαράδες κι απ το νταλιάνι της Λασκάρας κι απ τα ιβάρια της Καρακονησάς, καμιά δεκαριά νομάτοι, και βάλε,,, και γινόταν γλέντι τρικούβερτο,
Οι νταμιτζάνες με το ούζο και το μπρούσκο Λευκαδίτικο κρασί, πήγαιναν κι έρχονταν ασταμάτητα, μέχρι τελικής πτώσης ...

Μετά βάζανε και φωτιά στον αχυρένιο,,, και τον καίγανε, σαν τον Ιούδα τον αρνητή.
Παιδιά τότε, συνεπαρμένα απ το παιχνίδι, δεν δίναμε σημασία, για το τι κάνανε οι μεγαλύτεροι μας,,, και δε μπορώ να σας περιγράψω με λεπτομέρεια, τα δρώμενά τους.

Όλος ο ψαραδόκοσμος τότε, ήταν στη δούλεψη δύο μεγάλων οικογενειών.
Η μια ήταν του Γιώργου Τζηφριού, που είχε τα ιβάρια της Βόνιτσας, της Ρούγας, και της Βουλκαράς, -που τότε ήτανε λιμνοθάλασσα και στη μπούκα της ήτανε χτισμένο,,, το χελοίβαρο τ άι-Νικόλα.
Η δεύτερη οικογένεια, ήταν των αδελφών Σπύρου και Μήτσου Τζώρτζη, που είχανε τα νταλιάνια, στη Βόνιτσα, -πίσω απ την Αγία Παρασκευή – στο Βαρκό,,, και στο Χαλίκι.

Όταν φύγανε οι Γερμανοί, ήρθαν στη Βόνιτσα, πολλές οικογένειες απ τη Λευκάδα, πού τότε είχε μεγάλη φτώχεια,,, και δούλευαν στα χωράφια, κάτω από άθλιες συνθήκες, για ένα πιάτο φαΐ.
Την περίοδο αυτή, 1944 με 1947, δε θυμάμαι ακριβώς ποια χρονιά, έπεσε στη Βόνιτσα επιδημία, φυματιώδους μηνιγγίτιδας και χάθηκαν πολλά παιδιά, της ηλικίας μου. Ένα απ αυτά, ήταν και το μονάκριβο παιδί, μιας Λευκαδίτισας...
Οι σπαραγμοί και οι στριγκλιές της μάνας του, -Γληγοράκι μούυυυυυ, συντάραξαν τη Βόνιτσα.
Το παιδί, το λέγανε Γρηγοράκη και ο πόνος της κάθε μάνας, για το παιδί της, αβάσταγος
Μέτα από χρόνια, τον αχυρένιο, τον κλάψανε, σαν Γληγοράκη
Τον τίμησαν με καπέλα, μάσκες, κι άρματα, -αν και την καθαρή Δευτέρα η περίοδος του καρναβαλιού έχει περάσει- και πάνω απ όλα,,, τ άλλαξανε και τ όνομα.
Από κει και πέρα, για το πώς ένα παραδοσιακό ψαράδικο έθιμο, πήρε το όνομα του Γρηγόρη, και τον τίτλο του σε -Γληγοράκεια- και για το πως έγινε και καθαρό-δευτεριάτικο καρναβάλι, με άρματα μουτσούνες και καραγκιοζλίκια, μόνο οι αρμόδιοι περί τούτων, μπορούν να μας το εξηγήσουν.

ΠΗΓΗ : www.giorgosbelesiotis.blogspot.gr