Σάββατο, 24 Μαΐου 2014

Ο ΠΛΙΑΚΟΠΑΝΟΣ ΚΑΙ ΤΑ ΚΟΛΛΥΒΑ

www.giorgosbelesiotis.blogspot.gr
Απ τις παιδικές αναμνήσεις μου.
Ο ΠΛΙΑΚΟΠΑΝΟΣ ΚΑΙ ΤΑ ΚΟΛΛΥΒΑ
Έξω απ την εκκλησιά των Αγιαποστόλων, ήταν τρία αιωνόβια πλατάνια και στη γωνιά της μάντρας στα δεξιά, ήταν ένας μεγάλος σωρός από πέτρες για πολλά χρόνια, παρατημένες εκεί.
Όταν είχε βαφτίσια, μαζευόμασταν όλα τα μικρά στην πόρτα της εκκλησιάς και μόλις τέλειωνε η τελετή, αρχίζαμε όλα μαζί να φωνάζουμε.
-Δεν εχ, δε πετάει... δεν εχ δε πετάει... συνέχεια,,, μέχρι να βγει ο νουνός απ την εκκλησιά,,, και τότε σταματάγαμε.
Ανέβαινε στην κορυφή του σωρού απ τις πέτρες,,, έχωνε το χέρι στην τσέπη του, κι έπαιρνε μιά δυό χούφτες δεκάρες, που είχε απ τα πρωτύτερα μαζεμένες,,, και τις πέταγε στον αέρα.
Εκεί νάσουνα, για να δεις τι σημαίνει χαμός.
Εκεί, ανέβαινε κι ο Πλιακοπάνος με μια κόφα, κρατώντας την με το ένα
χέρι πάνω απ το κεφάλι του,,, και με το άλλο χέρι, χούφτωνε σπερνά ή κόλλυβα που είχε μέσα της, και μας τα μοίραζε, δίκαια και με τη σειρά.
Τα σπερνά ήταν τα ίδια με τα κόλλυβα, με τη διαφορά ότι τα μεν σπερνά τα μοίραζε ανήμερα της εορτής του ζωντανού,,, ενώ τα κόλλυβα ήταν για λογαριασμό του πεθαμένου που γιόρταζε,, και τα μοίραζε την παραμονή της γιορτής του.
Μπερδεμένα πράγματα,,, αλλά εμάς δεν μας ενδιέφερε αν ήταν σπερνά
η κόλλυβα.
Εμείς ξέραμε από πριν, ότι θα τρώγαμε την παραμονή και ανήμερα της κάθε γιορτής,,, και μόνο αυτό μας ενδιέφερε,,, και την περιμέναμε με ανυπομονησία...
Τρώγαμε και στα τριήμερα,,, και στα εννιάμερα,,, και στα σαραντάμερα του πεθαμένου,,, και τρίβαμε τις χούφτες μας,,, όταν ακούγαμε να βαράει η καμπάνα στο μονά.
Μια μέρα, εκεί που μας μοίραζε ο Πλιακοπάνος όπως πάντα σπερνά ή κόλλυβα -δεν ξέρω- κρατώντας την κόφα του ψηλά, τον πλησίασε από πίσω και στα μουλοχτά, ο Βαγγέλης ο Μπαλντούμας που ήταν ένα απ
τα πιο μεγάλα ζιζάνια της Βόνιτσας και κρατώντας ένα μακρύ ξύλο,,, τούδωσε μια στην κόφα από κάτω,,, κι έφυγε στον αέρα.
Έκανε μια τούμπα και άδειασε το περιεχόμενό της πάνω μας και μείναμε με τη χαρά...
Μετά μας πήραν και οι σφήγκες στο κατόπιν και όλα μαζί τα μικρά, τραβήξαμε τρέχοντας και κοπαδιαστά, για τη θάλασσα,.
Περιεχόμενα του μπλόκ μου
1) ΠΑΙΔΙΚΕΣ ΑΝΑΜΝΗΣΕΙΣ - βρύσες και περιβόλια -
- η παρέα και τα παιχνίδια - ο παιδονόμος -
- Μπούχαλη και αγαπνιές - ο μαλαματένιος σταυρός -
- η πισπιρίτσα - το μάσκλο του Πλιακοπάνου -
-ο αχυρένιος -
2) Η ΣΚΑΜΙΑ ΤΟΥ ΚΑΛΙΒΑ - σπίτια και συγύρια -
- η εκτελεση - Γερμανοί και Ιταλοί - ο Κομ-κομ -
- η χειροβομβίδα - αποχώρηση των Γερμανών -
- το ΕΑΜ στη Βόνιτσα - η νυχτερίδα -
3) Η ΒΕΝΖΙΝΑ Τ΄ ΑΙ-ΝΙΚΟΛΑ - η αλανιάρα -
οι ανταρτόπληκτοι - ο σεισμός -
- η πλατεία της Βόνιτσας - η πρώτη αγάπη -

Η ΠΑΡΕΑ ΜΑΣ (Απ τις παιδικές αναμνήσεις) .... Γιώργος Μπελεσιώτης.





Η ΠΑΡΕΑ ΜΑΣ (Απ τις παιδικές αναμνήσεις)

Η παρέα μας ήταν μεγάλη,, και ανάλογα με την εποχή, άλλαζαν τα χούγια και τα παιχνίδια μας...
Ο Γιώργος ο Φερεντίνος, είχε ειδικότητα στα κουρνόπουλα, και προσπαθούσε να τα κάνει να μιλήσουν, σαν τους παπαγάλους.
Τα τάϊζε σκάμνα, καθισμένος κάτω απ τη σκαμιά της αυλής του σπιτιού του,,, και τάχε ονοματίσει όλα... Μαζευόμασταν και μεις από πάνω του και με αμφιβολία, περιμέναμε να δούμε το θαύμα.
Ο Παντελής ο Φραγκογιός, μάζευε βουταλίδια...
Τάδενε με ένα σπάγκο απ το ποδάρι κι όταν ξέφευγε κανένα, άιντε να το ματαπιάσεις.
Είμασταν μαζεμένα θυμάμαι, καμιά δεκαριά μικρά, στη μεγάλη ισκιάδα της καρυδιάς -έξω απ το ιερό των Αγιαποστόλων- όταν ζήτησα και εγώ να κρατήσω το βουταλίδι, που είχε στα χέρια του ο Παντελής και το χάιδευε.
Πονηρός καθώς ήταν, μου τόδωσε με το κεφάλι πίσω και πριν καλά καλά προλάβω να το χουφτώσω, μου τράβηξε μια τσιμπιά, πούκανε τρυπάρα στο χέρι μου.
Μούφυγε φτερουγίζοντας και περπατώντας συγχρόνως,,, πήρε την κατηφόρα για τη θάλασσα, σέρνοντας πέντε μετρά σπάγκο πίσω του..
Τρέξαμε όλα μαζί τα μικρά ξοπίσω του να το προλάβουμε,,, και δω τόχαμε... και εκεί τόχαμε... κι όλο μας ξέφευγε...
Πέρασε φτερουγίζοντας το σπίτι του Μπόκου και στη διασταύρωση που πάμε για τον Αι-Δημήτρη, κοντοστάθηκε...
Εκεί, λίγο και θα το πιάναμε,,,Είδε όμως το μπουχό δέκα μέτρα πάνω,,, και μεις ένα κουβάρι να ορμάμε καταπάνω του,,, και λαχτάρησε..
Πήρα τότε την κατηφόρα, για τα Χελαίικα... και μπρος αυτό και πίσω εμείς, το πηγαίναμε από κοντά, χέρ – ποδάρ,,,
Εκεί όμως, μπροστά στο καλύβι του Γιωργαλή, στη μέση του δρόμου, μας έτυχε μια γιαγιά...
Περάσαμε αλαλιάζοντας μπροστά της κοπαδιαστά,,, και χωρίς να τη μαλάξει κανένα μας, θες απ τον αέρα, θες απ το μπουχό που μας ακολουθούσε, η γιαγιά μπάταρε..
Δε δώσαμε σημασία, γιατί το βουταλίδι ήταν μπροστά μας,,, και στα εκατό μέτρα ήταν η θάλασσα...
Βούτηξε στα νερά,,, και σα βουταλίδι που ήτανε,,, πάει..
Δε το ματάδαμε...Μας άφησε γεια.
Θύμωσε ο Παντελής μαζί μου, πως άφησα το βουταλίδι κι έφυγε, αλλά του υποσχέθηκα, πως την άλλη μέρα, θα πήγαινα μαζί του στο βάλτο -που ήτανε πίσω απ το κάστρο- και θα τον βόηθαγα, να βρούμε φωλιές και να πιάσουμε, νεροκουκουτσέλες.

ΤΟ ΕΙΣΟΔΗΜΑ ΜΑΣ

Οι κουρούνες τότε, κυριαρχούσαν παντού στη Βόνιτσα.
Χιλιάδες κούρνιαζαν στα σπίτια, στα δέντρα, στο κάστρο και όπου μπορεί να βάλει, ανθρώπινος νους.
Σαν έπεφτε το σούρουπο, μαύριζε ο πλάτανος του Μέντα, που ήτανε στην πλατεία...
Εκεί δίνανε το ραντεβού τους χιλιάδες κουρούνες, για ν ανταλλάξουνε νέα και απόψεις, και μετα αλάλιαζαν όλες μαζί χωρίς σταματημό, μέχρι να πέσει το βράδυ. Έψαχναν λέει, μεταξύ τους ,,, να βρουν ποιανής το κουρνόπουλο, είναι το ομορφότερο....
Μετά, έπεφτε το σκοτάδι και πλάκωναν οι αλπές και τα τσακάλια, που ρήμαζαν τα κοτέτσα. Όλη τη νύχτα, ούρλιαζαν στις αυλές μας και στο τέλος τις επικήρυξαν, 5 δρχ. η κουρούνα με τα κουρνόπουλα, 16 οι αλπές, και 30 τα τσακάλια...
Ήταν η εποχή της δικής μας χαράς,,, γιατί αποκτήσαμε και μεις ένα μικρό εισόδημα και γλείψαμε και κάνα μαντζούνι.
Ένα ακόμη εισόδημα, είχαμε κι απ τις προκηρύξεις, που ρίχνανε τα αεροπλάνα, Εγγλέζικα η Γερμανικά.
Τις μαζεύαμε απ' τους δρόμους και τα κήπια και τις δύναμαι στο μπακάλη μας, το Θανάση ή το Μήτσο το Μασούρα και τύλιγαν σ αυτές, ρέγκες, σαρδέλες αρμυρές και άλλα εδώδιμα, της κατοχικής εποχής,,, με αμοιβή μας, κάνα λουκούμι.
Μία μέρα θυμάμαι, πέρασε πολύ χαμηλά ένα αεροπλάνο, όταν το δέμα που κρατούσε ο επιβάτης του,,, -που μας χάζευε καθώς του φωνάζαμε όλα μαζί-,,, τούφυγε απ τα χέρια...
Ολόκληρος θησαυρός για μας... Αρχίσαμε να τρέχουμε όλα μαζί προς το δέμα που έπεφτε, φωνάζοντας < πεφτ- πεφτ- πεφτ > και στο τέλος έσκασε επάνω στο μεσοδόκαρο, του ποιο φτωχικού σπιτιού, της Βόνιτσας.
Τρομάξαμε να βγάλουμε κάτασπρο τον Φάνη τον Πασπαλιάρη, μες απ τα σάπια ψευτοδόκαρα και τα σπασμένα κεραμίδια.
Του ήρθε ο ουρανός κολοκύθι, που λέμε.
Ήτανε ξαπλωμένος στα στρωσίδια του ως συνήθως,,, και χουζούρευε και κείνο το μεσημέρι,,, όταν τούρθε το πακέτο κατακέφαλα,,, και χωρίς να το περιμένει.

www.giorgosbelesiotis.blogspot.gr